Ανέγγιχτες διαδρομές: Αγιάσος-Πλωμάρι
Δρ Ευστράτιος Παπάνης
Η Αγιάσος και το Πλωμάρι μπορεί να μοιράζονται κοινή απαξιωτική μοίρα, όσον αφορά τις γυναίκες και τα μουλάρια, όμως η σφοδρή επιθυμία να συνδέσουν τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες μέσω μιας σύντομης, κακοτράχαλης, αλλά μαγευτικής διαδρομής 24 χιλιομέτρων, που τα χωρίζει, συνθλίβεται για δεκαετίες από την απροθυμία των πολιτικών να προβούν σε αυτό το λαοφίλητο αίτημα!


Τούτη η ανεξήγητη επιφύλαξη παρέμενε δεσπόζουσα και αναχρονιστική, αφενός μεν αποτρέποντας το συγχρωτισμό των κατοίκων, με ανυπολόγιστες αναπτυξιακές, οικονομικές αλλά και συγκρουσιακές συνέπειες, αφετέρου δε διατηρώντας ένα τοπίο παρθένο και καταπράσινο, που μόνο οι μυημένοι στα τζιπ, στις μηχανές και στα αγροτικά αυτοκίνητα μπορούσαν να απολαύσουν.
Την ώρα που γράφεται αυτό το οδοιπορικό (Ιούνιος του 2021) άλλη μια υπόσχεση για ασφαλτόστρωση δονεί τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των ιθυνόντων, εξεγείροντας είτε καχύποπτα, ειρωνικά και χαιρέκακα μειδιάματα είτε ενσταλάζοντας αισιοδοξία αλλά και ανησυχία για το μέλλον μιας από τις τελευταίες περιοχές, που παραμένουν ανέγγιχτες από τα περιβαλλοντικά ασυγκίνητα βαρβαρικά στίφη.
Όμως η ένωση των δυο χωριών – πυλώνων της Λέσβου αποτελεί μονόδρομο, ακόμα κι αν κανείς δεν γνωρίζει πώς θα γεφυρωθεί το τεράστιο γλωσσικό χάσμα και πώς θα αρθεί η Βαβέλ της επικοινωνίας των σκληροπυρηνικών διαλέκτων τους.
Το ταξίδι από την Αγιάσο, προς το Σανατόριο, το ραντάρ της αεροπορίας, το Μεγαλοχώρι και από εκεί για το Πλωμάρι συντομεύει στο μισό την κανονική διαδρομή των 46 χιλιομέτρων (Αγιάσος-Γέρα-Πλωμάρι) και διασώζει τον ανυποψίαστο περιηγητή από τους ατέρμονους μαιάνδρους, τις παντελώς άχρηστες και αναιτιολόγητες στροφές, που διεστραμμένοι εγκέφαλοι σχεδίασαν προ αμνημονεύτων ετών, και τον προφυλάσσει από τα πολλαπλά μπλόκα των ζηλωτών της τροχαίας στον Άγιο Δημήτριο, στη διασταύρωση της Καλλονής και της Γέρας.

Ως αμιγώς ορεινή όμως πορεία (υψόμετρο Αγιάσου 460 μέτρα, Μεγαλοχωρίου 565 μέτρα), του στερεί την θαλάσσια κατάνυξη και τα χωριά του κόλπου της Γέρας, που τόσους ποιητές, ρομαντικούς και αιθεροβάμονες έχουν εμπνεύσει. Παρόλα αυτά, σε αρκετά σημεία οι σαγηνευτικοί κόλποι και οι θάλασσες της Λέσβου προβάλλουν πανοραμικά, μαζί με τη Μικρά Ασία και την αχνή Χίο. Μαζί τους αναδύεται και το δέος των αιολικών και ιωνικών αιώνων, που δονεί ακόμα και σήμερα τις καρδιές, τα χώματα και τα κύματα.


Η περιπέτεια των 45 λεπτών ξεκινά από το ψηλότερο τμήμα της Αγιάσου από μια περιοχή που ονομάζεται Φαμάκα (λόγω του εξοχικού κέντρου σε σχήμα ενός ομώνυμου παλιού πλοίου) ή Καζίνο. Οι διάλεκτοι, τα παρατσούκλια και τα τοπωνύμια της Λέσβου είναι υπερβολικά ευφάνταστα, ακριβή, σκωπτικά και φιλοσοφικά, αντικατοπτρίζοντας το λυρισμό, τους στριφνούς αιώνες και τις πολιτιστικές επιρροές ενός τόπου, που αποτελούσε τον μπαξέ των αυτοκρατοριών με προσανατολισμό πάντοτε προς την συμβολική ή γεωγραφική Ανατολή. Μπιζάνι, Ελβετία, Φτιρίνη (περιοχή με φτέρες) και λίγο πιο πάνω τα αιολικά απομεινάρια Πόταμα (ανεβαίνει ο τόνος στην προπαραλήγουσα) κατά το μήτερα, πάτερα, Πάναγια (μ) της Αγιασωτικής κλητικής.
Πολλές πινακίδες δείχνουν εμμονικά την κατεύθυνση και την απόσταση για το Πλωμάρι, όποτε η πιθανότητα να αστοχήσετε και να βρεθείτε σε κάποιο από τα αρχαία χωριά των θρύλων (Πενθίλη, Άντριγια) ελαχιστοποιείται.
Κατάφυτες οι πλαγιές με καστανιές, μηλιές, βυσσινιές, κερασιές, αχλαδιές, καρυδιές ελιές και πεύκα σε σημείο, που το ίδιο το «πολυφάρμακον» Πήλιο να ωχριά μπροστά στην ποικιλομορφία τους και την πυκνότητα της βλάστησης.
Η φύση καμιά φορά οργιάζει, για να αποκρύψει τις φρίκες ή να καταλαγιάσει την οιμωγή. Έτσι το 1929, 4 χιλιόμετρα μακριά από την Αγιάσο στο δρόμο προς Μεγαλοχώρι ιδρύθηκε το Σανατόριο, παραμυθία για τη φυματίωση και ελπίδα ότι το κάλλος αναμεμειγμένο με οξυγόνο θα ξόρκιζε το κακό. Τα κτίρια λειτουργούν μέχρι σήμερα με πολλαπλούς σκοπούς, αλλά το στίγμα ακόμα τα κηλιδώνει: Το ίδρυμα Ανιάτων, όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι της Αγιάσου.
Ο Όλυμπος της Λέσβου (967 μέτρα) γυμνός, βραχώδης και πολύμορφος, επιβάλλει τον όγκο του περιορίζοντας τους ορίζοντες. Εξίσου ψηλός με το βουνό των Θεών, όχι γιατί του παραβγαίνει σε ύψος, αλλά γιατί, όπως κάθε προελληνικό όνομα, τρανεύει από τους μύθους και τις αφηγήσεις, που τον περιβάλλουν.

Αξίζει να ασχοληθείτε με τη σπάνια για νησί πανίδα και χλωρίδα: 1400 είδη και υποείδη φυτών, άγριες ορχιδέες, ο μοναδικός περσικός σκίουρος (γαλιά), αλεπούδες, κουνάβια, νυφίτσες. Ποτάμια με καταρράκτες και καλά προφυλαγμένες σπηλιές, μια πανδαισία χρωμάτων και πλασμάτων, που κάποτε αναβαπτίστηκαν με ανθρώπινες ιδιότητες στα παιδικά παραμύθια και τραγούδια.
Οι εναλλαγές του καστανιώνα και των δασών με πεύκα, μηλιές, αχλαδιές, φτέρες θα αναστατώσουν τις αισθήσεις και θα ανασύρουν μνήμες από ζωές, που δεν ζήσατε εσείς, αλλά οι πρόγονοι σας ή τα καρμικά σας στίγματα.

Μα ο ταξιδευτής είναι βέβαιος πως κανείς κούκος ή αηδόνι δε θα τον κρίνει πλέον: Οι σκληρές εποχές της αντίστασης και του εμφυλίου αν και παραμένουν χαραγμένες, για εκείνον που πάλλεται από τα περασμένα, σε κάθε ρωγμή σε κάθε δακτύλιο, σε κάθε κορμό, σε κάθε χιλιετία, εν τούτοις συμψηφίστηκαν με το κάλλος της περιοχής και απάλυναν, έτσι που να μοιάζουν με καημό κι όχι με οργή και ατσάλι:
(Θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι μα στην Αγιάσο σταυρουδάκι μου χρυσό τις νύχτες που θα πέφτει άσπρο χιόνι οι Τσέτες θα κρεμάνε το Χριστό- Σωτηρία Μπέλλου Θα με δικάσει)
Οι αναταράξεις από τις ατέλειωτες χρονοσυρμές στο δρόμο και τις αυλακιές του νερού συνεχίζονται σαν την πλεύση στον Καφηρέα και παραχωρούν σποραδικά τη θέση τους στην μάταιη ελπίδα πως ίσως έξω από το Μεγαλοχώρι η νηνεμία θα αποκατασταθεί.


Με πληθυσμό που μειώνεται σταθερά λόγω των οικονομικών συνθηκών ή του ευδαιμονισμού (321 κάτοικοι το 2011) το Μεγαλοχώρι είναι ένα από τα ωραιότερα και υψηλότερα χωριά της Λέσβου. Ο περίτεχνος Ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος από το 1767 και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (1759 ή 1762 Μεγαλοχώρι – Ναύπλιο, 1824), μορφή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μοναχός, λόγιος, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και πολιτικός κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, μαρτυρούν την ακμή που γνώρισε κάποτε η περιοχή.

Κεκοσμημένο το Μεγαλοχώρι, διάσπαρτο με πεύκα και αστικά κτίρια, με δυο πλατείες, με καφενεία και θέα, με στενά και κρήνες και ερείπια απομεινάρια αλλοτινών εποχών, που ριζώνουν από το μεσαίωνα. Τους θρύλους πηγαινοφέρνει το μόνιμο σφύριγμα του αέρα ανάμεσα στα κτίσματα του χωριού, που καθώς ανεβαίνει από το Αιγαίο προς το βουνό γίνεται ραψωδία για πειρατές και άρχοντες και πόνους ανήκεστους.




Οι κάτοικοι του κάποτε κουράστηκαν από τις ζάλες του ύψους και τις ορμήνιες των ορέων, και κατέβηκαν μια απότομη πλαγιά 11 χιλιομέτρων να γίνουν θαλασσινοί. Σχημάτισαν το Πλωμάρι, αφού τους πειρατές τους άρπαξαν οι διηγήσεις του χειμώνα γύρω από τη φωτιά και οι μύθοι, ή τα Πλωμάρια από τους 18 αγροτικούς οικισμούς, που το απάρτισαν.





Η Αγιάσος και το Πλωμάρι είναι χρυσοποίκιλτα κεντίδια και λαμπρές ψηφίδες στην ιστορία της Λέσβου με τόση ιδιαιτερότητα και ξεχωριστή πορεία, που μόνο μια μαγική διαδρομή μέσα από δάση, στοιχεία, ποτάμια και αερικά, θα μπορούσε να τα ενώσει.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου